βάσκανος

βάσκανος, -ον
Grammatical information: adj. und subst. m.
Meaning: `one who bewitches, sorcerer, slanderer' (Att.).
Derivatives: βασκανία, βασκάνιον `bewitching, witchcraft'; βασκοσύνη `id.' (Poet. de herb., mag. Pap.), for βασκ(αν)οσύνη. Denom. βασκαίνω `bewitch' .
Origin: LW [a loanword which is (probably) not of Pre-Greek origin] Eur.?
Etymology: Connected with βάσκειν λέγειν, κακολογεῖν and further with βάζω (q. v.). But βάσκειν as κακολογεῖν may have been influenced by βάσκανος. DELG finds the meaning too general. Kretschmer Einleitung 248 n. 4, thinks of a Thraco-Illyr. representative of φημί, φάσκω, which is semantically as weak. - One also tries to connect Lat. fascinum; it cannot be a loan from Greek. The central meaning may have been `bind'. The word may be a European substratum word. Cf. βασκευταί, βάσκιοι.
Page in Frisk: 1,223-224

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βάσκανος — one who bewitches masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάσκανος — η, ο (AM βάσκανος, ον) 1. κακός, κακεντρεχής, που έχει κακό μάτι («βάσκανος μοίρα») 2. (για μάτια) αυτός που φέρνει βασκανία, που ματιάζει αρχ. 1. κακολόγος, υβριστής 2. συκοφάντης, διαβολεύς 3. μάγος. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποστηρίχθηκε ότι η λ. βάσκανος… …   Dictionary of Greek

  • βάσκανος — η, ο ο φθονερός: Αισθάνθηκα έντονα τη βάσκανη ματιά του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βασκάνως — βάσκανος one who bewitches adverbial βάσκανος one who bewitches masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάσκανον — βάσκανος one who bewitches masc/fem acc sg βάσκανος one who bewitches neut nom/voc/acc sg βάσκᾱνον , βασκαίνω bewitch aor imperat act 2nd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασκανώτατε — βάσκανος one who bewitches masc voc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασκάνοις — βάσκανος one who bewitches masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασκάνου — βάσκανος one who bewitches masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασκάνους — βάσκανος one who bewitches masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασκάνων — βάσκανος one who bewitches masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασκάνῳ — βάσκανος one who bewitches masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.